Είπα τον έρωτα την υγεία του ρόδου την αχτίδα
Που μονάχη ολόισα βρίσκει την καρδιά
Την Ελλάδα που με σιγουριά πατάει στη θάλασσα
Την Ελλάδα που με ταξιδεύει πάντοτε
Σε γυμνά χιονόδοξα βουνά.

Οδυσσέας Ελύτης

Τρίτη, 22 Νοεμβρίου 2011

Το καλντερίμι της Οσδίνας





   Ήταν πέρυσι το Πάσχα και σ’ ένα περίπατό μου πέρασα από την Πλακωτή. Καθισμένος στο προαύλιο χώρο  της εκκλησίας της Παναγιάς απολάμβανα την εκπληκτική θέα και γυρίζοντας το κεφάλι σιγά σιγά   η ματιά μου καρφώθηκε σε μια μικρή κουκίδα, πίσω από τον Ροιδόλακκο, στην άκρη αυτού που φαινόταν απότομος γκρεμός πάνω από το χωριό της Οσδίνας. Εστιάζοντας τον φωτογραφικό φακό ανακάλυψα την ύπαρξη ενός εικονίσματος.
Το εικόνισμα από την Πλακωτή
   Στο σημείο αυτό θα ήθελα να πω ότι στις λιγοστές περιπλανήσεις μου στα χωριά της περιοχής αλλά το ίδιο πιστεύω ότι ισχύει και για πολλά χωριά της Ηπείρου, οι είσοδοι και οι έξοδοι των χωριών οριοθετούνται από εικονίσματα αφιερωμένα συνήθως στον πολιούχο του χωριού. Σήμερα τα περισσότερα είναι εμφανή δίπλα από τους αυτοκινητόδρομους που προσφέρουν πρόσβαση στο χωριό. Μερικά όμως βρίσκονται κρυμμένα και δυσδιάκριτα αφού σηματοδοτούσαν την είσοδο/έξοδο από τους οικισμούς μέσω μονοπατιών που είτε ακόμα διατηρούνται είτε έχουν «ξεθωριάσει» στο πέρασμα το χρόνου.      
   Έχοντας σαν βάση τις προηγούμενες διαπιστώσεις άρχισα να αναλύω σιγά σιγά τις φωτογραφίες του εικονίσματος και παράλληλα εστίασα στις εικόνες μέσω Google Earth.(τα «μηχανήματα διαβόλου») Έτσι στην οθόνη του υπολογιστή αποκαλύφθηκαν τα ίχνη μονοπατιού που ελισσόμενο στην πλαγιά κατεβαίνει στο χωριό. Ακόμα από τη αντίθετη  διεύθυνση η αρχή του μονοπατιού (ή μάλλον η διακοπή του) τοποθετείτε κοντά στην Ε.Ο. Ηγουμενίτσας – Ιωαννίνων στο σημείο που τελειώνουν οι στροφές τις Πλακωτής. Η  μόνη σχετική προφορική αναφορά που είχα ήταν από έναν «Λαμπανιτσιώτη» (τον πατέρα μου) λέγοντάς ότι το μονοπάτι αυτό πρέπει να ήταν κομμάτι της «σύνδεσης» Λαμπανίτσας – Οσδίνας.
   Το πόσο είναι βατό αυτό το μονοπάτι ήθελα να το διαπιστώσω, έτσι άρχισα να σχεδιάζω μια μελλοντική επίσκεψη. Συνδύασα λοιπόν την επίσκεψη μου στη Μίχλα http://atraposroute.blogspot.com/2011/11/blog-post_18.html  και επιστρέφοντας το διασταύρωσα μερικές δεκάδες μέτρα από το εικόνισμα.
   Ακολουθώντας το προς την Οσδίνα λίγο πιο κάτω βρέθηκα δίπλα στο εικόνισμα….η ομορφιά του τοπίου σου κόβει την ανάσα αλλά κάτι άλλο κάνει την καρδιά μου να σκιρτήσει…. «ταξιδεύοντας» πίσω στο χρόνο προσπαθώ να γευτώ τον καταιγισμό συναισθημάτων του ξενιτεμένου παλικαριού που επιστέφοντας κοντοστέκετε στο σημείο αυτό αγναντεύει κάτω το χωριό και με μάτια βουρκωμένα αντικρίζει μετά από πολύ καιρό το σπίτι του….

…Πίσω στο παρόν  και ο οδοιπόρος που στέκετε απολαμβάνει το τοπίο και αφήνει την ψυχή  να ταξιδεύσει με τα μάτια. Το βλέμμα κατηφορίζει  προς το όμορφο χωρίο στην πλαγιά, πιο κάτω ανακατεύεται με τα ελαιόδεντρα και «αγκιστρώνεται» στο βράχο που πάνω του οι ναοί αντιστέκονται στις βουλές του χρόνου. Ασυναίσθητα η ροή του Καλαμά θα το παρασύρουν  μέχρι την γέφυρα της Μενίνας ,αποχωριζόμενος τον ποταμό θα αρχίσει να σκαρφαλώνει προς την Τσουρίλα (Καλλιθέα), και την Μονή των Παγανιών κάτω από τις επιβλητικές  γρανιτένιες κορυφές που πιο κοντά έδωσαν τα χαρακτηριστικά στα ονόματα των δυο χωριών Πετροβίτσα και Πλακωτή.
Ο οδοιπόρος πια θα πρέπει να επικεντρωθεί στην κατάβαση του καλντεριμιού που ελίσσεται στην απότομη πετρώδη πλαγιά παρουσιάζοντας έντονα τα σημάδια της εγκατάλειψης Σε κάποιες στροφές ξεκλέβοντας λίγο χρόνο για ξεκούραση θα  να κάνει το ίδιο «νοερό ταξίδι»  στο τοπίο από κάτω του.
 Φτάνοντας προς το τέλος της κατάβασης (ελάχιστα μέτρα από το δημόσιο δρόμο) το καλντερίμι γίνεται όλο πιο δυσδιάκριτο όπου στη βάση της απότομης πλαγιάς «σβήνει» δίπλα σε μία σάρα (που πιθανόν να είναι η αιτία..).
Μετά από λίγο έχοντας σταθεί στη δημοσιά ακριβώς στην είσοδο του χωριού η ματιά ακολουθεί  αντίθετα την διαδρομή και ανταμώνει εκεί πάνω με το εικόνισμα. Δυστυχώς τα σημάδια το καλντεριμιού από το σημείο εδώ είναι εξαφανισμένα από τον χρόνο και τίποτε δεν μαρτυράει την ωραία αυτή διαδρομή
Λοιπόν κατεβαίνω πια να συναντήσω τον Καλαμά και σκέφτομαι το πόσο ωραίο θα ήταν να γίνει κάποια προσπάθεια αξιοποίησης αυτό του μονοπατιού …από τους τοπικούς φορείς;…όχι απαραίτητα. Ας αναλογιστούμε πόσες Κυριακές καθόμαστε απέναντι από την τηλεόραση ή σε μια καφετέρια συζητώντας για το πώς εμείς θα βγάζαμε τον τόπο από την κρίση. Μπορούμε μία μέρα να ανέβουμε σε αυτούς  τους πανέμορφους ξεχασμένους τόπους και βάζοντας ο καθένας ένα λιθαράκι να αναστηλώσουμε αυτά τα μονοπάτια που σαν φλέβες έρεαν προς τη «καρδιά» των απόκρημνων χωριών μας.
…..Αλλά όλα αυτά είναι μάλλον είναι οι σκέψεις ενός μοναχικού, ονειροπόλου Δον Κιχώτη που όταν του δίνετε η ευκαιρία περιδιαβαίνει αυτόν τον τόπο……      
    


Χάρτες Μονοπατιού


....ο Οδοιπόρος...









Η Εκκλησία στη είσοδο του Χωριού
Η Οσδίνα


..Κατεβαίνοντας προς το Χωριό


..στροφή.. λίγος χρόνος για ξεκούραση
Άγρια ροδιά δίπλα στο μονοπάτι


  το μονοπάτι «σβήνει» δίπλα σε μία σάρα



Η είσοδος του χωριού


Παρασκευή, 18 Νοεμβρίου 2011

Μίχλα



   Σε όμορφες ατραπούς ξανά και μάλιστα σ’ έναν αγαπημένο μου, αυτόν που ενώνει την Αβαρίτσα με την Οσδίνα και…. με υπέροχη συντροφιά στα αριστερά μου….τον Καλαμά έχοντας αρχίσει να ξυπνάει και να «φοράει» τα καφέ κίτρινα χρώματα του φθινοπώρου.
   Μέχρι να ξεπεταχτεί ο ήλιος πάνω από το βουνό της Πετροβίτσας φτάνω στα ερείπια της Οσδίνας. Ενθαρρυντικό στοιχείο, επιτέλους έχουν αρχίσει εργασίες για την ανάδειξη του πανέμορφου Μνημείου. Για άλλη μια φορά  ξαποσταίνω και απολαμβάνω, μπροστά από της εκκλησίες της Θεοτόκου και Ταξιαρχών, το ποτάμι.

   Σήμερα όμως όλα αυτά είναι μόνο η αρχή αφού στόχος μου είναι το μοναστήρι της Γεννήσεως της Θεοτόκου στη Μίχλα. Έτσι ξεκινάω και ανηφορίζω για το χωριό της Οσδίνας (Πέντε Εκκλησιές) καθώς η ομίχλη που ξεχύνεται από το φαράγγι  αρχίζει να αγκαλιάζει τα πρώτα σπίτια. Το περπάτημα μέσα στο χωριό γίνεται μέσα σε μία απόκοσμη ησυχία που απλώνεται στα σοκάκια, σημάδι (;) της εγκατάλειψης των Ηπειρώτικων Χωριών.
Με λίγη μελαγχολία να αιωρείται μαζί με την ομίχλη διασχίζω το χωριό και ένα εικόνισμα μου αναγγέλλει την έξοδο.
   Τώρα αρχίζω να ακολουθώ το μονοπάτι, κερδίζοντας σιγά – σιγά ύψος στην ανατολική πλευρά του φαραγγιού. Όλα γύρω μου είναι αχνά μέσα στο πέπλο της ομίχλης και μόνο ο ήχος του ποταμού βαθειά από κάτω μου, «σπάει» αυτή την καταχνιά. Μέτρο – μέτρο ανάβασης και το δάσος από καστανιές και βελανιδιές αρχίζει να πυκνώνει σε αντίθεση με την ομίχλη που έχει αρχίσει να σχίζεται από τις πρώτες ακτίνες του ήλιου. Τα σύννεφα αρχίζουν να δίνουν δειλά την σκυτάλη στον γαλανό ουρανό και τι καλύτερο σημάδι…το Μαλούνι απέναντι που παλεύει να ξεγλιστρήσει από την αγκαλιά των νεφών. Αποχωρώντας από το φαράγγι διανύω τα τελευταία εκατοντάδες μέτρα και τελικά κοντοστέκομαι έχοντας μπροστά μου το μοναστήρι της Μίχλας.
   Η εικόνα χαϊδεύει τις παιδικές μου μνήμες. Λίγο διαφορετική , όχι λόγω κάποιας μεγάλης αλλαγής στο κτίσμα της Μονής, μάλιστα ο οδοιπόρος έχει μπροστά του ένα πανέμορφο φθινοπωρινό τοπίο. Απλώς τα μάτια του μικρού Λεωνίδα απολάμβαναν την ίδια εικόνα τονισμένη με το κόκκινο της παπαρούνας, το πράσινο των Καστανιών και το άσπρο από τις μαργαρίτες που σηματοδοτούσαν την Πρωτομαγιά.
  Πρωτομαγιά ερχόμασταν συνήθως, πάνω σε μία καρότσα αυτοκινήτου για να απολαύσουμε την γιορτή της Άνοιξης, παίζοντας μπάλα σε ένα έδαφος στρωμένο από τα λουλούδια της εποχής στο χώρο της πανήγυρης πίσω από την Μονή. Με τον ήχο του κλαρίνου να βγαίνει από ένα κασετόφωνο, το ανέμελο παιχνίδι οδηγούσε μερικές φορές την μπάλα να κατρακυλήσει μέσα στο δάσος και εγώ την ακολουθούσα. Για λίγο χαμένο μέσα στο δάσος το πιτσιρίκι αγκάλιαζε κάποιον κορμό βελανιδιάς και σηκώνοντας το κεφαλάκι του απολάμβανε τα παιχνιδίσματα του ήλιου με τα γεμάτο υγρασία φύλλα. Κάπου εκεί σήμερα στα πεταχτά ξεχωρίζω ένα ζευγάρι αγριογούρουνα ξαφνιασμένα και αυτά από την παρουσία μου.
   Αφήνοντας πίσω μου το μοναστήρι, αμέσως μετά εγκαταλείπω το δρόμο που οδηγεί στην Ε.Ο. Ηγουμενίτσας – Ιωαννίνων και αρχίζω να ανεβαίνω την πλαγιά που με φέρνει στην κορυφογραμμή στο χείλος του φαραγγιού. Κάνοντας μια στάση στο ορόσημο που βρίσκετε σε υψόμετρο (790 μ.) απολαμβάνω ένα καταπληκτικό φαινόμενο.
Η περιοχή της Ραβενής, οι κοιλάδα βόρεια της Βροσίνας  αλλά και το υπέροχο δάσος στη Λεπτοκαρυά,  γενικά  όπου μπορεί να φτάσει η ματιά, όλα είναι βυθισμένα μέσα σε μία «θάλασσα» νεφών, στην αντάρα. Το τοπικό βόρειο ρεύμα αέρα αργά σπρώχνει τα σύννεφα  στη είσοδο των Στενών του Καλαμά που μοιάζουν σαν έναν τεράστιο λαιμό χωνιού. Εδώ μέχρι τα Χλιμενίτσια τα πλούσια νέφη ακολουθούν τη ροή του ποταμού αλλά μέχρι να φτάσουν  στα Σπυροπηγάδια έχουν γίνει διάσπαρτες τούφες προς τέρψη των ματιών, αφού το «κρυφτό» του φθινοπωρινού Καλαμά με τα σύννεφα προσφέρει μια καταπληκτική εικόνα από ψηλά.
Τελικά οι μικρές τούφες ίσα που φτάνουν στην Οσδίνα  και έτσι τα Στενά παραδίδουν στην κοιλάδα της Αβαρίτσας έναν καταγάλανο ουρανό.
    Ακολουθώντας την κορυφογραμμή, που διακόπτετε από διάσελα (μάλιστα σ’ ένα υπάρχουν και τα ίχνη ενός αλωνιού δίπλα σ’ ένα εικόνισμα), φτάνω στην άκρη της απέναντι από το Ροιδόλακκο. Αρχίζοντας  την κατάβαση στην γυμνή βραχώδη πλαγιά πιο χαμηλά ανακαλύπτω το καλντερίμι (Θα αναφερθώ σε άλλη καταγραφή μου) που  με οδηγεί από την απότομη πλαγιά πάνω από τις χωριό της Οσδίνας στην είσοδο του οικισμού. Η δημοσιά ελισσόμενη σε χωράφια από κατάφορτες καρπό ελιές με φέρνει στην όχθη του Καλαμά που αυτή την ώρα πια λούζεται από το ήλιο.
  Επιστροφή  προς την Αβαρίτσα παντρεύοντας την τεχνολογία με τη φύση… τα ακουστικά του ΜΡ3 βγάζουν ένα αργό ρυθμό από κλαρίνο που «πλέκετε» με τον ήχο του Καλαμά και το θρόισμα των πλατάνων. Μια μελωδία που φτάνει κατευθείαν στην καρδιά για την χαλαρώσει από τους γρήγορους ρυθμούς του τελευταίου οχτάωρου και να με συντροφεύσει στα τελευταία χιλιόμετρα μέχρι το σπίτι της Πανάγιως. http://atraposroute.blogspot.com/2011/03/blog-post_17.html


Διαδρομή:  http://el.wikiloc.com/wikiloc/view.do?id=2226850


Πρωινό στο σπίτι της Πανάγιως



Ο Καλαμάς ...ξυπνάει και «φοράει» τα καφέ κίτρινα χρώματα του φθινοπώρου.
Η είσοδος των Στενών από την γέφυρα

Ι.Μ. Ταξιαρχών



Η γέφυρα από της εκκλησιές

Το χωριό

.......ένα εικόνισμα μου αναγγέλλει την έξοδο.
.....Όλα γύρω μου είναι αχνά μέσα στο πέπλο της ομίχλης
.....το Μαλούνι απέναντι που παλεύει να ξεγλιστρήσει από την αγκαλιά των νεφών
.....στην κορυφογραμμή στο χείλος του φαραγγιού
....."Περιδέραιο" από ιστό αράχνης
Το Προαύλιο της Μονής

το Μαλούνι στο βάθος
...από το χώρο της πανήγυρης

ο χώρος της πανήγυρης
...από την πλαγιά που με φέρνει στην κορυφογραμμή
...στο ορόσημο που βρίσκετε σε υψόμετρο (790 μ.)
.....ίχνη ενός αλωνιού δίπλα σ’ ένα εικόνισμα
Το εικόνισμα στο καλντερίμι πάνω από το χωριό

Στη δημοσιά για να συναντήσω τον Καλαμά
........στην όχθη του Καλαμά που αυτή την ώρα πια λούζεται από το ήλιο.

Τρίτη, 15 Νοεμβρίου 2011

Παλιοί Λογαριασμοί…….(Λιάκουρα – Παρνασσός)



Όλα ξεκίνησαν πέρυσι τον Οκτώβριο όταν ανηφορίζοντας από την Τιθορέα (Βελίτσα) έβαλα στόχο την Λιάκουρα (2456 μ.). Με μιά λάθος επιλογή... προτίμησα το μονοπάτι από την δεξιά του φαραγγιού. Μετά η ανεπαρκή σηματοδότηση σε συνδυασμό με την κουραστική διάσχιση τριών διαδοχικών ρεματιών αλλά σίγουρα και οι πολλές στάσεις για να απολαύσω αυτά τα υπέροχα νερά που ξεχύνονται από τις κορυφές του βουνού 

με έφεραν στην Λιθόστρουγκα (στο λούκι  ανάμεσα στις Τρείς Τσούμπες και την Λιάκουρα) αρκετά εξουθενωμένο. Φτάνοντας μέχρι την Χούνη μετά από 6 ώρες ανάβαση οι δυνάμεις μου άρχισαν να με προδίδουν. Σφίγγοντας τα δόντια άρχισα τη ανάβαση για τον αυχένα κάτω από την Λιάκουρα. Έφτασα στα μέσα περίπου τις ανάβασης (γύρω στα 2200 μ. 300 μέτρα κάτω από την κορυφή!!!) και σε αυτό το σημείο ήταν που αναλογίστηκα εάν πρέπει να διεκπεραιώσω με οποιοδήποτε κόστος τον στόχο που είχα βάλει. Επιπλέον ο καιρός άρχισε  να «κλείνει» δυσκολεύοντας αρκετά την προσπάθεια και μαζί με το περασμένο της ώρας, έχοντας περίπου άλλες 4 ώρες για την επιστροφή, αποφάσισα να αφήσω ανοιχτό τον λογαριασμό με την Λιάκουρα……
   Πέρασε ένας χρόνος και από το «Ηπειρώτικο μου  Κεφάλι» δεν ξεκόλλησε η εκκρεμότητα. Γι αυτό, το όμορφο πρωινό του Σαββάτο (5-11-11) ξεκίνησα κλείσω τους λογαριασμούς μου.
   Αναχωρώντας από την όμορφη πλατεία της Τιθορέας  αυτή τη φορά κατέβηκα και διέσχισα  το φαράγγι, ακλουθώντας αυτή τη φορά το κύριο μονοπάτι που οδηγεί  στην ψηλότερη κορυφή του Παρνασσού.
   Καθώς οι πρώτες ροδοκόκκινες ακτίνες του ήλιου άρχισαν να χτυπούν τις κορυφές του βουνού έφτασα στο εκκλησάκι του Αγίου Ιωάννη. 
Λίγο πιο πάνω, έχοντας διασχίσει ένα πανέμορφο ελατοδάσος,  ο ήλιος με έλουσε στο διάσελο νότια από την κορυφή Κούμπες (1254 μ). Στο σημείο αυτό είχα την πρώτη έκπληξη. 
Τα πάντα κάτω από τα 1000 μ. ήταν σκεπασμένα από ένα πυκνό σύννεφο. Σχηματίστικε μία «θάλασσα» από κάτω μου, κάνοντας προς τα βόρεια το όρος  Όθρυς να φαντάζει σαν νησί στην απεραντοσύνη του ουρανού. 
......βόρεια το όρος  Όθρυς να φαντάζει σαν νησί...

Αργότερα έχοντας ξεπεράσει τα 2000 μ. τα πάντα ήταν απόλυτα διαυγή, ο αψεγάδιαστος ουρανός, οι αγέρωχοι βράχοι που ορθώνονταν γύρω μου  με τις ολόλευκες τούφες παγωμένου χιονιού. 
Αφήνοντας το λούκι σκαρφαλώνοντας  στην πλαγιά που θα με έβγαζε στο αυχένα κάτω από τη κορυφή συνειδητοποιώ πόσο κοντά στο στόχο είχα φτάσει πέρυσι. Αυτή τη φορά τα τελευταία εκατοντάδες μέτρα για την ψηλότερο σημείο του Παρνασσού τα κάνω με το ένα μάτι στην κορυφή και το άλλο θαυμάζοντας τους γύρω ορεινούς όγκους.
   Λοιπόν Λιάκουρα (2456 μ.)...το τρόπαιο ...το κλείσιμο του λογαριασμού. Και ο Παρνασσός με ανταμείβει με το παραπάνω. Μου προσφέρει, μακριά στα βόρεια μέσα από τα σύννεφα,  να αναδύεται τη φιγούρα του Ολύμπου. Στο ίδιο μοτίβο προς το νότο , τον Ελικώνα και την Πάρνηθα. Δυτικά είναι όμως το μεγάλο δώρο, ξεγυμνωμένη από σύννεφα η Γκιώνα σε πρώτο πλάνο, με τα Βαρδούσια από πίσω, την Οίτη λίγο πιο βόρεια και τον Τυμφρηστό στο βάθος. Ακόμα στα νότια ξεχωρίζω την σιλουέτα της Ζήριας και του Χελμού.

    Καιρός για γυρισμό όμως,  άλλωστε  επιστρέφοντας στην Τιθορέα θα έχω συμπληρώσει 11 ώρες περπάτημα με τα πόδια μου να διαμαρτύρονται, την ψυχή όμως γεμάτη από της εμπειρίες που μου έδωσε γενναιόδωρα αυτή τη φορά το βουνό του Απόλλωνα.          

 

οι κορυφές του βουνού από το εκκλησάκι του Αγίου Ιωάννη.
 
ο ήλιος ...λαμπερό πετράδι στις Τρείς Τσούμπες


Λιάκουρα (2456 μ.)
.........νότια ξεχωρίζω την σιλουέτα της Ζήριας και του Χελμού
Στάση στις Τσάρες
Τσάρκος  2416 μ.
Παρνασσός