Είπα τον έρωτα την υγεία του ρόδου την αχτίδα
Που μονάχη ολόισα βρίσκει την καρδιά
Την Ελλάδα που με σιγουριά πατάει στη θάλασσα
Την Ελλάδα που με ταξιδεύει πάντοτε
Σε γυμνά χιονόδοξα βουνά.

Οδυσσέας Ελύτης

Κυριακή 5 Απριλίου 2015

Σέλλιανη



  Ανάμεσα σε βουνά, γαντζωμένοι σε πλαγιές, σε λόγγους, βρίσκονται όρθιοι ακόμα πέτρινοι τοίχοι. Σφιχταγκαλιασμένες, λαξευμένες πέτρες, άλλοτε γωνιακές  και άλλοτε   σμιλεμένες κυρτές,  να σχηματίζουν  ακόμα παράθυρα,  καμάρες. Ανοίγματα που από μέσα τους  προσπαθεί να περάσει η ματιά…. το παρελθόν να συναντήσει, να νιώσει το χτύπο, τον ρυθμό όλων των ψυχών  που αυτοί οι τοίχοι αγκάλιασαν. Χάρηκαν με τις χαρές  τους, έκλαψαν με τις λύπες τους. Μέσα τους αντήχησε το κλάμα μιας νέας ζωής, η χαρά, το γλέντι μια παντρειάς μα και το μοιρολόι ενός μισεμού.
Έρημοι τοίχοι, έρημα σπίτια, έρημα χωριά, γαντζωμένα στις πλαγιές των βουνών. Εκεί ανάμεσα τους περιφέρομαι, ψάχνω στις σκιές των τοίχων, στέκομαι στα παλιά σοκάκια, προσπαθώ να ακούσω μήπως τ’ αγέρι που ακόμα σφυρίζει ανάμεσα  τους, μου ψιθυρίσει λόγια, ήχους, ιστορίες, από τούτον εδώ τον τόπο.
Το αποζητώ αλλά το χει και η μοίρα μου να περιφέρομαι ανάμεσα σε έρημα χωριά.  Ίσως αυτή η έλξη πηγάζει από το γεγονός ότι οι προγονοί μου προέρχονται από ένα τέτοιο χωριό. Και ήταν αυτό, η Λαμπανίτσα, το πρώτο που περιηγήθηκα αναζητώντας ρίζες, αναμνήσεις και ιστορίες. Από τότε τα έρημα χωριά τα βρίσκω μπρός μου, τα κουβαλώ μαζί μου.
Μπρός μου λοιπόν στην πλαγιά κάτω από το Σέλωμα που σχηματίζουν ο Ζουμπάνης και το Μπουζουράκι βρήκα το Χωριό , την Σέλλιανη. Στο λίγο χρόνο που είχα μπήκα περπάτησα, έζησα για λίγο ανάμεσα στους έρημους τοίχους που ακόμα στέκουν, απομεινάρια πια από ζωές που πέρασαν και φύγαν. Ανάμεσα στους τοίχους αγνάντεψα πιο πάνω και το σέλωμα που συνδέει και το χωριό μου με την Σέλλιανη. Δυο χωριά με κοινή ιστορία,  με δεσμούς αίματος μα και.... έριδες, μα πάνω απ΄ όλα με αλληλεγγύη στις δύσκολές στιγμές. Και τελικά  με την ίδια μοίρα, να μείνουν έρημα από τους ανθρώπους τους.
‘Όμως  η Σέλλιανη εδώ εμπρός μου έχει κάτι ξεχωριστό για μένα, έχει ιστορία που δεν προσπάθησα να βρω στα χαλάσματα, την διάβασα μέσα από το Βιβλίο του Σταύρου Γ. Παπαμώκου. Την Σέλλιανη έμαθα και με το βιβλίο στο χέρι μελετώ, την ζωή, τα έθιμα, την Ιστορία, τους τόπους της.  Σελίδα τη σελίδα έμαθα για χαρές και πόνους στις γειτονιές της, μα κυρίως  για επιβίωση και αγώνες ενάντια σε Τούρκους, Αγάδες, Ιταλούς και Γερμανούς. Μέσα από τις σελίδες ακολούθησα τους Σελλιανήτες με την βοήθεια της Λαπροφορεμένης Γυναίκας, της Αγίας Μαύρας, να κατατροπώνουν του Τούρκους. Πολέμησα μαζί τους λίγο πιο πέρα από δω, στη Σκάλα δίπλα στον Καπετάν Δεληγιαννάκη.  Και όταν οι γερμανοί κάψαν  για τελευταία φορά την Σέλλιανη ακολούθησα τους χωριανούς προς την Κρυσταλλοπηγή που κατοίκησαν πια, αφήνοντας έρημο το χωριό της Σέλλιανης.
Έρημο χωριό, έρημα σπίτια, έρημοι τοίχοι της Σέλλιανης που όμως έχουν ζωή, μνήμες, ιστορία ανεξίτηλη γραμμένη στις σελίδας ενός   βιβλίου. Βιβλίου που κάθε έρημο χωριό πρέπει να χει.

 Η Σέλλιανη ονομάζεται πλέον Αγία Μαύρα, όνομα από το ξωκλήσι αφιερωμένο στην Αγία και Μεγαλομάρτυρα. 



Βιβλιογραφία: Σταύρου Γ. Παπαμώκου "Η ΣΕΛΛΙΑΝΗ ΧΘΕΣ ΚΑΙ ΣΗΜΕΡΑ"  ΑΘΗΝΑ 1997

Εκδοτικός Οίκος "ΩΜΕΓΑ"





Αγναντεύοντας την Λίμνη Χότκοβα



Η Αγία Τριάδα











....και η άποψη του χωριό από αναβάσεις στο Όρος Ζουμπάνης (Ζούμπανος) 1311 μ. το 2009, και από το Όρος Χιονίστρα 1643μ το 2010

 Όρος Ζουμπάνης (Ζούμπανος) 























  Όρος Χιονίστρα




Τρίτη 17 Μαρτίου 2015

Παλιογέφυρο



Στέκεται δεκαετίες, αιώνες (;),  τώρα λαβωμένο δίπλα στην Οδό Ηγουμενίτσας - Ιωαννίνων λίγο μετά το χωριό της Νεράιδας (Μενίνας) . Αντιστέκεται στον  χρόνο, μα και την μανία του Καλαμά.  Κάποτε θέλησε να γεφυρώσει τις όχθες του ποταμού και με περηφάνια τότε θα διεκδικούσε τον τίτλο του μεγαλύτερου  τοξωτού γεφυριού στον Καλαμά. Μάλιστα φέτος το ποτάμι του εναντιώθηκε πολύ  και μάλλον το λάβωσε  λίγο ακόμα, ιδιαίτερα τη καμάρα του στην νότια όχθη.
 Εγώ απλώς το επισκέφτηκα για άλλη μια φορά. Με ηρεμεί η συντροφιά του… αγγίζω  τις λαξευμένες με μεράκι πέτρες, μου γεφυρώνουν το παρόν με το παρελθόν την ιστορία και τις παραδώσεις του Τόπου μου.
 Μαζί με το Καλαμά  κάθομαι δίπλα του, απολαμβάνω το  μοναδικό τοπίο,  φαντάζομαι  πως το μεγάλο τόξο του θα έδενε στο βάθος με τα πέτρινα Όρη της Παραμυθιάς,  πως εκεί ψηλά οι διαβάτες του θα στεκόταν και θα απολάμβαναν το ποτάμι να ρέει από κάτω τους .
Απλώς με έπιασε λίγο το παράπονο και η απορία,  για το πόσα λίγα ξέρω για αυτό το πέτρινο γεφύρι. Όπου και αν ρωτώ δεν βρίσκω στοιχεία για το πώς χτίσθηκε εάν ποτέ ολοκληρώθηκε γιατί γκρεμίστηκε.  Πολλά πέτρινα γεφύρια έχουν θρύλους,  ιστορίες, μαστόρους μαθητάδες, μα τούτο λες και της Λήθης τα ορμητικά νερά έχουν παρασύρει τα πάντα στο διάβα τους.  
Εγώ  στάθηκα και θα στέκομε δίπλα του μα πιο πολύ έχουν "σταθεί" στο Γεφύρι  οι κάτοικοι της  περιοχής  που προσπαθούν να το φροντίζουν, με τα λίγα μέσα που διαθέτουν. Μα  καιρός είναι και επίσημα η Πολιτεία να δώσει λίγο την προσοχή της σε αυτό το Μνημείο.
 Όσα για σας  αφήστε λίγο το αυτοκίνητο  στην μεγάλη στροφή μετά την Νεράιδα και επισκεφτείτε το,  κατέβητε το μονοπάτι λίγα μέτρα πιο πέρα, περάστε κάτω από την καμάρα και κεί δίπλα στο ποτάμι απολαύστε το υπέροχο τοπιό  με την Καμάρα και τα απομεινάρια   του  Πέτρινου Γεφυριού της Μενίνας...... του Γεφυριού που κάποτε θέλησε να γίνει το μεγαλύτερο του Καλαμά


Το σκίτσο από το Blog του Μιχάλη Πασιάκου  kalamas.blogspot.gr
Το γεφύρι της Μενίνας.
Το σχέδιο είναι του Σπύρου Μαντά. (http://kalamas.blogspot.gr)
Παραπομπές στο Blog του Μιχάλη Πασιάκου
Link:
Το γεφύρι της Μενίνας
Γεφύρι Μενίνας



2/1/2013

 10/9/2012

 
........ To Γεφύρι  που κάποτε θέλησε να γίνει το μεγαλύτερο του Καλαμά.

Δευτέρα 23 Φεβρουαρίου 2015

Μύηση (Όρος Καβαλάρης)




Δροσερός αέρας χαϊδεύει το πρόσωπο, άλλοτε σαν παγωμένος βοριάς, άλλοτε απαλός, αλμυρός σαν μπάτης. Γύρω μου, ήχος του νερού, άλλοτε γάργαρο, γοργό μέσα σε ρεματιές, άλλοτε παφλασμός στης ακτής την άκρη. Και …..φως, ελάχιστο που βαστιέται απ’ του ουρανού τα άστρα. Κάπως έτσι με βρίσκει η αρχή μιας μέρας, όρθιο να κοιτώ τον ξάστερο ουρανό με τις κόρες των ματιών, επίμονα να αποζητούν την προσαρμογή μες στου σκοταδιού το πέπλο. Κάπως έτσι ξεκινάει  μια περιπέτειά μου στης Φύσης τους  δρόμους και τις ρότες.
  Παραμονή Χριστουγέννων βρέθηκα να κοιτώ τον  ουρανό και πιο χαμηλά να ανταμώνει με το καμπαναριό της εκκλησίας  των  Ταξιαρχών. Ψηλά, αυτή τη φορά, στο χωριό της Κοκκινομηλιάς,  με το  νερό να κυλά ανάμεσα  στων πλατανιών τις ρίζες.
 Ξεκίνησε η περιπέτεια μου στο  δρόμο πρώτα για την Ανατολή. Μια διαδρομή, μια μύηση, ένας εξαγνισμός, αυτές είναι οι λέξεις που μπορώ να επικαλεστώ για αυτό που ακολουθεί,  καθώς η ανηφοριά και το σκοτάδι καταπίνει πίσω μου το χωριό και μένα με βάζει σε μια σκοτεινή ατραπό, μες την αγκαλιά του δάσους. Εκεί μέσα στη νύχτα,  όπου η σιωπή κυριαρχεί κάνοντας τον ήχο του σφυγμού να πλέκετε με το θρόισμα των δέντρων και σαν  ψαλμός να φτάνουν στα αυτιά μου.
  Εξαγνισμός κάθαρση  για έναν αστό, που μέσα από αυτή την διαδικασία, διαδρομή, μέσα από το πέρασμα στο σκοτάδι και την σιωπή, αποζητά να αποβάλει τις βοές της πόλης  … Εξαγνισμός κάθαρση  για έναν εραστή της φωτογραφίας που αυτές τις πρώτες ώρες αφήνει πίσω του γκρίζες  παραστάσεις και ασχήμιες. Μύηση και για τον περιπατητή όπου τα πρώτα  μοναχικά βήματα συντονίζονται με τους ρυθμούς της καρδιάς και τις ψυχής. Αυτές τις απόλυτές στιγμές με  το κάθε βήμα, χτυποκάρδι, σκέψη, να τον κάνει ένα με τη Φύση.
 Εκεί μέσα στο δάσος, με το δρόμο να με ανεβάζει μετρό μετρό, βήμα βήμα, προς τη κορυφή του Καβαλάρη. Σύντροφοι μου, τα πεύκα και τα έλατα, με τις σκιές των κλαδιών τους  σαν μεγάλα χέρια, να μου δείχνουν τον δρόμο, με τις “παλάμες” τους να με ακουμπούν στον ώμο, δίνοντάς μου κουράγιο και όταν με βλέπουν να με τραβά του σκοταδιού η λύπη, να παραμερίζουν και να μου δείχνουν του ουρανού τ’ αστέρια, παρηγοριά στα μάτια   και την ψυχή.
Αυτά τα δέντρα, η πλάση, μετά από λίγες ώρες καταλαβαίνουν πια ότι είμαι μυημένος, καθαρός   και με ξεπροβοδίζουν λίγο πριν το Πυροφυλάκιο στα 900 μ του Βουνού, έτοιμο για  το  “χορό” της Αυγής, του Ήλιου, των χρωμάτων.
Και να σου….. τα πρώτα ψήγματα φωτός, πλάθουν στον ορίζοντα, τα βουνά της Εύβοιας  και συνάμα χαμηλώνουν πότε στου Αιγαίου και πότε στου Βόρειου Ευβοϊκού τα νερά.  Το σκοτεινό Γαλάζιο του Αιγαίου φλερτάρει, στην επιφάνεια, ποτέ με το κόκκινο, πότε με το  πορτοκαλί, το μωβ. Χρώματα σκαρφαλώνουν στα Όρη …..το Ξηρό (Ατραπός: Ξηρό Όρος), τον Πυξαριά και το Καντήλι, για φτάσουν εκεί ψηλά να σμίξουν, με το μπλε του ουρανού και τα άστρα.
Εκστασιασμένος πια ο περιπατητής εκεί πάνω στον Καβαλάρη ανοίγει τα χέρια, τα μάτια την ψυχή του, σαν να προσπαθεί να εκθέσει όσο γίνετε περισσότερο από το κορμί, να μαζέψει όσο περισσότερο από αυτή την μαγεία που έρχεται από της Ανατολής το μέρος!!!
Τότε είναι όπου  η μαγεία, το χρώμα, υποκλίνονται, παραμερίζουν για το ερχομό του Βασιλιά του Ήλιου, που τέτοιες μέρες του χειμώνα αρχίζει να ροδίζει πάνω από την ραχοκοκαλιά τις Ευβοϊκής Γης.  Μια μια, οι ακτίνες του, την διαπερνούν και Αυτός διαλέγει να εμφανιστεί δίπλα στην βασίλισσά αυτού του τόπου, την Δίρφυ (Ατραπός: Δίρφυς). Η απόλυτη Στιγμή που χρόνια τώρα ψάχνω τις λέξεις…. το φως, το χρώμα, σ ένα κάδρο να τα περιγράψω, μα πιστεύω πως ποτέ δεν θα καταφέρω να εκφράσω πως αυτό το Πρώτο Φως χαϊδεύει τη  Φύση και την ψυχή μου. 
Μύηση, τελετουργία μα όπως είπα αυτό είναι μόνο η Αρχή , η Αυγή, το Πρωινό, ο Ήλιος. Όλα αυτά φέρνουν την ημέρα να με συναντήσει εδώ πάνω, καθώς για λίγο βαδίζω προς το ορόσημο των 927 μ.
Λίγο πιο πέρα που το βουνό κοιτά την Δύση, εκεί που ψηλά από το Καβαλάρη αγναντεύεις πάνω από την απέναντι ακτή του Ευβοϊκού, την κορμοστασιά του Παρνασσού. Είναι αυτές οι φορές που νιώθω το σώμα να απογειώνεται,  να πετά, να γυρνά στο χρόνο, σε μια κορυφή που βρέθηκα.
Να στέκεται αυτή τη φορά απέναντι στη Λιάκουρα του Παρνασσού (Ατραπός: Λιάκουρα, Παρνασσός) και να μου κουνά το χέρι. Ευτυχώς μέσα από το πράσινο που αρχίζει να κυριαρχεί γύρω μου  αναδύονται οι πρώτες ευωδιές του και σαν αιθέρας ξυπνούν τον ονειροπαρμένο.
Συνέρχεται, συνεχίζει και λίγο πριν αρχίσει την κατάβαση συμβαίνει κάτι όμορφο.   Ήχος αναδύεται από χαμηλά, δέηση, ύμνος από το μοναστήρι του Όσιου Δαυίδ.  Κάλεσμα προσμονής των Χριστουγέννων, ακολουθώ. Σε κάθε στροφή του κατηφορικού δρόμου το αφουγκράζομαι. Ένας ύμνος που βρίσκει πέρασμα ανάμεσα στα πεύκα  και αντιλαλεί στα μικρά καταπράσινα ξέφωτα του δάσους. Ύμνος στον θεάνθρωπο, ύμνος και στη θαυμαστή πλάση του, σ’ ένα μαγευτικό τοπίο καλά κρυμμένο στα σπλάχνα της Βόρειας Εύβοιας.

Και η στράτα μου πια με φέρνει πάνω απ το Μοναστήρι του Οσίου Δαυίδ. Όπως πολλοί από σας έτσι και γω έχω επισκεφτεί τη Μονή, αρκετές φορές, μα τούτη είναι διαφορετική….. κάντε τον κόπο πριν την είσοδο του Οσίου, περπατήστε το δρόμο αριστερά και ανηφορίστε εδώ ψηλά. Τα μικρά ξωκλήσια – ασκηταρειά…. της Αναλήψεως, του Ραφαηλ, του Σεραφείμ σαν Χερουβείμ στέκονται,  θωρούν, ασπάζονται την Μονή,  χαμηλά βουτηγμένη στην αγκάλη του πρασίνου. 
Εδώ ψηλά σταθείτε να ακούσετε τους ύμνους και μετά, ακολουθήστε τους μέχρι να βρεθείτε στην κατάνυξη του καθολικού της Μονής. Κάντε το σαν μύηση, σαν προετοιμασία πριν ανοίξετε την ψυχή σας, πριν προσευχηθείτε δίπλα στων κεριών το φως.
 Όσο για το περιπατητή, αυτός βρίσκετε έξω πια από τον Όσιο Δαυίδ, ξαποσταίνει  και ξεκινά προς το χωριό Δρυμώνα.  Από κει ρίχνει την τελευταία του ματιά προς την Μονή πριν περάσει και κατηφορίσει προς τους πρόποδες του Ξηρού Όρους και τα γάργαρα νερά του ποταμού Σηπιά.
 Από τη πρώτη επαφή με το ρέμα του καθώς το διασταυρώνεις ξεκινάει και η προετοιμασία για αυτό που θα  αντικρίσεις λίγο πιο πάνω. Στην αρχή είναι ήχος,  βουή  και καθώς βγαίνεις από το δρόμο και παίρνεις το μονοπάτι, γίνεται χάρμα οφθαλμών, κάτω από το χώρο αναψυχής,. Είναι οι Καταρράκτες του Δρυμώνα μπρος σου, που γίνονται πια δροσιά καθώς οι στάλες τους χαϊδεύουν το πρόσωπό. Απογειώνονται οι αισθήσεις που τις ανεβάζουν το πράσινο του ελάτου, το καφετί του πλατάνου,  το λευκό του ορμητικού νερού. Τις στέλνουν εκεί ψηλά να ανταμώσουν το μπλε του ουρανού.
Πάνε τώρα κοντά δέκα ώρες και πάντα η ψυχή σε πάει παραπέρα……. Ακολουθώ για λίγο αντίθετα τον Σηπία με το μουρμουρητό του και τον αφήνω για να μπω στο δάσος. Αυτό με μάζεψε, με μύησε μαζί με το σκοτάδι. Αυτό τώρα με το φως, με συντροφεύουν προς τον γυρισμό. Προς την Κοκκινομηλιά με πάνε,  με παραδίδουν και αρχίζω επιτέλους να διαβαίνω το χωριό. Το επιτέλους έχει να κάνει με το γεγονός ότι, όσους μας φέρνει ο δρόμος μας από τούτα δω τα μέρη,  περιφερειακά περνούμε αυτό το χωριό.  απέναντι την κορμοστασιά του Τελέθριου, ντυμένου με το καφέ του δρυς να ξεπροβάλει πάνω από το πράσινο των πεύκων.
Αξίζει όμως μια φορά να περιδιαβείτε στους στενούς του δρόμους. Στα σφιχταγκαλιασμένα σπίτια που θαρρείς πως έτσι αγκαλιάζονται, για να αντέξουν στο κρύο μα…. και στην μοναξιά που τα περιβάλει τον χειμώνα. Σταθείτε λίγο στην πλατεία του χωριού δίπλα στο εκκλησάκι της Αγίας Τριάδας (;) και συνεχίστε πιο χαμηλά και στο προαύλιο του ναού των Ταξιαρχών. Κάτω από το Καμπαναριό αγναντέψτε
Με το Καμπαναριό των Ταξιαρχών στην άκρη της ματιάς κατηφορίζω πια για τα στερνά τα μέτρα και στέκομαι ….... 
…Δροσερός αέρας χαϊδεύει το πρόσωπο, παγωμένος βοριάς. Γύρω μου ήχος του νερό γάργαρου, γοργού. Κάπως έτσι με βρίσκει το τέλος  της ημέρας, όρθιο να κοιτώ τον ουρανό και τα βλέφαρα για λίγο να κλείνουν,  μέσα τους να μαζεύουν τις Στιγμές, να τις φυλάν για πάντα βαθιά μες στης ψυχής τα βάθη. Κάπως έτσι τελειώνει και μια περιπέτειά μου στης Φύσης τους  δρόμους και τις ρότες.....


Διαδρομή στο Wikiloc




Tης Ανατολής η ρότα





 
...αυτή την μαγεία που έρχεται από της Ανατολής το μέρος!!!
 

 

Το Πυροφυλάκιο στα 900 μ του Βουνού


Παραθυρόφυλλα σαν της ψυχής τα φύλλα...Ανοιχτά


 Όρος Καβαλάρης 927 μ.



Το βλέμα ταξιδεύει προς την Λιάκουρα ..στον Παρνασσό

Το χωριό Δρυμώνα

Οι ακτίνες του Ήλιου να χαιδεύουν την Γη των Ελυμνίων

το Χωριό Δάμια ...καλημερίζει..

Απ τα σπλάχνα του πρασίνου αναδύονται οι πρώτες ευωδιές το χρώμα

Η Ιστιαία από τα 927 μ



Το Τελέθριο, ντυμένο με το καφέ του δρυς να ξεπροβάλει πάνω από το πράσινο των πεύκων. 


Το (τα) Τρίκερι, Μαγνησίας και στο βάθος το ΌΝΕΙΡΟ μου!!!....ο Όλυμπος!! 

Ο Ηλιάτορα πάνω από τη ραχοκοκκαλιά του Νεγρεπόντε




.."μαγευτικό τοπίο καλά κρυμμένο στα σπλάχνα της Βόρειας Εύβοιας"...

Μονή Όσιου Δαυίδ
 

Τα μικρά ξωκλήσια – ασκηταρειά…. της Αναλήψεως, του Ραφαηλ, του Σεραφείμ σαν Χερουβείμ στέκονται,  θωρούν, ασπάζονται την Μονή  
 







Από το Δρυμώνα ρίχνει τελευταία του ματιά προς την Μονή

Σηπιάς, Καταρράκτες Δρυμώνα





Απογειώνονται οι αισθήσεις τις ανεβάσουν το πράσινο του ελάτου, το καφετί του πλατάνου,  το λευκό του ορμητικού νερού. Τις στέλνουν εκεί ψηλά να ανταμώσουν το μπλε του ουρανού.


Κοκκινομηλιά
"...σφιχταγκαλιασμένα σπίτια που θαρρείς πως έτσι αγκαλιάζονται, για να αντέξουν στο κρύο μα…. και στην μοναξιά....."


Με το Καμπαναριό των Ταξιαρχών στην άκρη της ματιάς κατηφορίζω πια για τα στερνά τα μέτρα






"…Δροσερός αέρας χαϊδεύει το πρόσωπο, παγωμένος βοριάς
τα βλέφαρα για λίγο να κλείνουν,  μέσα τους να μαζεύουν τις Στιγμές, να τις φυλάν για πάντα βαθιά μες στης ψυχής τα βάθη"