Είπα τον έρωτα την υγεία του ρόδου την αχτίδα
Που μονάχη ολόισα βρίσκει την καρδιά
Την Ελλάδα που με σιγουριά πατάει στη θάλασσα
Την Ελλάδα που με ταξιδεύει πάντοτε
Σε γυμνά χιονόδοξα βουνά.

Οδυσσέας Ελύτης

Πέμπτη, 8 Δεκεμβρίου 2011

Μουργκάνα

 

   Θα επιστρέψω χρόνια πίσω για αναφέρω πότε άκουσα για πρώτη φορά αυτή τη λέξη. Βγαίνοντας τέτοια εποχή στο μπαλκόνι του σπιτιού του Παπά Λεωνίδα (παππού μου) στον Παραπόταμο, μου έκαναν πάντα εντύπωση κάποιες κορυφές βουνού κατάφορτες με χιόνι που διακρινόταν στο βάθος μέσα από τα στενά που σχηματίζει ο ποταμός Καλπακιώτης  χωρίζοντας  το Φαρμακοβούνι από τα Όρη των Φιλιατών.
   Εκεί άκουσα ότι  το βουνό λέγετε Μουργκάνα και έτσι όπως διακρινόταν πίσω από τα στενά, χιονισμένη σε αντίθεση με το υπόλοιπο καφέ πράσινο χειμερινό τοπίο προκαλούσε την περιέργεια του μικρού για κείνο τον μακρινό τόπο.
Το δέος προστέθηκε αμέσως μετά όταν του είπαν ότι είναι το ψηλότερο βουνό της περιοχής, τόσο ψηλό που όλο το χειμώνα οι κορυφές τις ήταν χιονισμένες  (παλιές καλές εποχές ).
 Περίεργο φόβο ένιωσε όταν του είπανε ότι ακριβώς εκεί πάνω ήταν το τέλος της χώρας που ζούσε και  από πίσω βρισκόταν μία άλλη χώρα που εκείνα τα χρόνια ήταν εχθρική και  κανένας δεν μπορούσε να την επισκεφθεί. Έτσι  κάθε φορά που άκουγε την λέξη «σύνορα» στο μυαλουδάκι του στριφογύρναγε η εικόνα αυτού του επιβλητικού ορεινού όγκου.
Καταλυτική όμως ήταν η απορία και η έκπληξη που ένιωσε ο μικρός ακούγοντας  για πρώτη φορά από τον πατέρα του (κουνώντας χαρακτηριστικά το κεφάλι του), ότι τελικά οι Έλληνες δεν πολέμησαν με περισσό  ζήλο μόνο τους Γερμανούς και τους Ιταλούς αλλά το ίδιο έκαναν και μεταξύ τους, στον πόλεμο που τον ονόμασαν Εμφύλιο. Μάλιστα σε κείνο το μέρος είχαν γίνει μεγάλες μάχες του αδελφοκτόνου πολέμου.
  Με τα χρόνια να περνάνε, την Μουργκάνα θα την συναντήσω «ψηλαφίζοντας»  πολλά ιστορικά βιβλία αναφερόμενα για τα γεγονότα της δεκαετίας του 40. Εκεί μέσα όμως δεν βρήκα κάτι να μου κεντρίσει το ενδιαφέρον σχετικά με την άγρια ομορφιά του τοπίου που είχε αποτυπωθεί στην μνήμη μου.
  Πριν ενάμιση χρόνο έπεσε στα χέρια μου το βιβλίο του Νίκου Γκατζογιάννη  «Ελένη» και «τόλμησα»   να το διαβάσω. Το «τόλμησα»  γιατί όταν άκουγα αναφορές - κριτικές  για το βιβλίο μου έκανε εντύπωση το εύρος τους, από την αποστροφή μέχρι τον ενθουσιασμό και από την στρέβλωση μέχρι την αποκατάσταση της αλήθειας.
 Σαν αναγνώστης παρέκαμψα για λίγο την «διελκυστίνδα»  για το αν κάποιοι Έλληνες είχαν περισσότερο δίκιο από κάποιους επίσης Έλληνες και εστίασα στη γλαφυρή περιγραφή της ζωής των σκληροτράχηλων κατοίκων που ζούσαν στα χωριά της Μουργκάνας. Με το Βουνό να καθορίζει τις τύχες τους, να τους προσφέρει, τη λιγοστή τροφή ,την χαρά, συνάμα και τον πόνο αλλά και το καταφύγιο στις δύσκολες στιγμές.
 Σαν περιπατητής ετοίμασα τον εξοπλισμό μου και ξεκίνησα να συναντήσω την Μουργκάνα και να αφήσω αυτόν τον τόπο να μου αποκαλύψει τα «μυστικά»  και τις ομορφιές του. Αφετηρία, ένα κρύο πρωινό του Νοεμβρίου, έξω από το Βαβούρι, από τον χωματόδρομο που ελίσσεται στην πλαγιά δυτικά του χωριού.
Πριν ακόμα η πανσέληνος αρχίσει να χάνεται πίσω από τον Τσαμαντά,  στο βάθος  ανατολικά πίσω από τη ραχοκοκαλιά της Πίνδου άρχισε να αναβλύζει   το απαλό πορτοκαλί της αυγής. Λίγη ανάβαση ακόμα και από την ίδια κατεύθυνση θα ξεπεταχθούν οι πρώτες φωτεινές ακτίνες παρακινώντας με να σταθώ και να απολαύσω αυτό που ακολουθεί.
  Υποκλίνομαι στην επιβλητική εμφάνιση του ήλιου που αρχίζει να λούζει τις κορυφές τις Θεσπρωτίας. Απέναντί μου η κορυφή της Βελούνας  έχει αποκτήσει ένα πυρακτωμένο πορτοκαλί  χρώμα, που αργά κυλάει προς τα κάτω στις πλαγίες της. Αυτήν την κάθοδο ακολουθεί το βλέμμα και σταματά στην κοιλάδα που βρίσκετε στις ρίζες της Μουργκάνας.Το απόκοσμο γκρίζο που είχε «απλώσει» απάνω της η πανσέληνος  αρχίζει να ξεπλένεται από το φώς της αυγής και  ο τόπος αποκτάει τις υπέροχες καφέ πορτοκαλί και κόκκινες αποχρώσεις του Νοέμβρη. Μια πανέμορφη κοιλάδα που σαν σμαραγδένιο περιδέραιο την τριγυρίζουν, τα χωριά  Λίστα, Γλούστα (Κεφαλοχώρι), Κωστάνα (Μηλιά) …η Καμίτσιανη, το Βαβούρι, ο Λιάς και στη μέση….. σαν πολύτιμο πετράδι το μικρό μοναστήρι του Αϊ Θανάση

Καιρός όμως για τα δύσκολα, η πορεία  στον χωματόδρομο έχει δώσει τη σειρά σε μια απότομη ανάβαση προς την κορυφή. Ανάβαση που διακόπτετε κάθε τόσο αφού πίσω μου «η Ίριδα περιφέρεται και σκορπάει στους πρόποδες του βουνού όλα τα φθινοπωρινά της χρώματα» και με παροτρύνει να τα απολαύσω.
  Μετά από μια ώρα η κλίση του εδάφους αρχίζει να μικραίνει και εκεί ψηλά ο ψυχρός βόρειο ανατολικός άνεμος αφού έχει συρθεί στην Νεμρέτσικα και έχει περάσει τον Κασσιδιάρη, σαρώνει της κορυφές της Μουργκάνας. Λίγες εκατοντάδες μέτρα με χωρίζουν από την κορυφή και από εδώ είναι ευδιάκριτο το λυγισμένο μεταλλικό ικρίωμα (χαρακτηριστικό σημάδι της κορυφής)  που φαίνεται σαν να υποκλίνεται στη δύναμη του Βοριά.
   Μουργκάνα (1806 μ.) …το σύνορο. Πέρασαν περίπου 30 χρόνια από τότε που την πρωτοαντίκρισα και τίποτε δεν είναι όπως τα έπλασε ο μικρούλης από το μπαλκόνι του παππού του. Το σιδηρούν παραπέτασμα δεν υπάρχει ούτε υπήρχε ποτέ για να χωρίσει δυο κόσμους. Κομμάτια από σκουριασμένο συρματόπλεγμα θαμμένα μέσα στις πέτρες και ένα γκρεμισμένο φυλάκιο λίγο πιο κάτω σου δίνουν την υποψία του ορίου. Όρια  δεν υπάρχουν για την υπέροχη θέα γύρω μου, η ομορφιά δεν σταματάει στα σύνορα, ο ήλιος που ζωντάνεψε τις υπέροχες αποχρώσεις στα χωρία της Μουργκάνας  έχει ήδη κατηφορίσει  από την άλλη μεριά  «ζωγραφίζοντας» ένα υπέροχο τοπίο γύρω από το χωριό Σωτήρα και τώρα ξεχύνεται στη όμορφη κοιλάδα της Δρόπολης (Δερόπολης). Εδώ ψηλά η ματιά αυτή τη φορά παίρνει αντίθετη πορεία και ανάμεσα από το  Φαρμακοβούνι και τα Όρη των Φιλιατών  ξεχωρίζω τον κόλπο της Ηγουμενίτσας και κάποιο πλοίο έξω από το Χοιρονήσι που έχει βάλει πλώρη για την Πάτρα. Λίγο πιο βόρεια τα νερά του Ιονίου συναντάνε το λιμάνι των Φαιάκων. Η ματιά πιο βόρεια διαβαίνοντας από  την κοιλάδα της Δρόπολης με της όμορφες λίμνες (Βρισερας, Πέπελης) στη δυτική  πλευρά της, «καβαλάει» την ράχη του Κασσιδιάρη και εκεί που σταματάει απότομα πάνω από το Δεσποτικό, κάνει άλμα και στο βάθος διακρίνει το Μιτσικέλι να «καθρεπτίζεται» στα νερά της Παμβώτιδας. Το «ταξίδι» τελειώνει με το βλέμμα να αναπαύεται πάνω στην ομίχλη που επιμένει να σκεπάζει τον Καλαμά πίσω από όμορφο δάσος της Λεπτοκαρυάς.
Ο Κασσιδιάρης
   Κάποιοι κάποτε σε ένα κομμάτι χαρτί τράβηξαν  μια γραμμή και είπαν ότι αυτή θα τους χωρίζει, σε αυτήν «ακροβατώ» για λίγο και μετά κατευθύνομε για το ύψωμα 1747 μ (με επιφύλαξη πρέπει να ονομάζεται Υψηλάντης).
  Στέκομαι λίγο πιο κάτω από το ορόσημο. Όσο και να προσπάθησα σε αυτό το σημείο δεν μπορώ να αποφύγω την Ιστορία δεν με αφήνει η σειρά από τα μετερίζια που "κατηφορίζουν" προς τον Λιά και….ένας σκουριασμένος κάλυκας που μόλις μάζεψα από κάτω.
  Για  μία Ιστορία θα μιλήσω αλλά όχι για ιδέες, στρατηγικές, εγκλήματα, φανατισμούς δίκιο και άδικό. Όλα αυτά τριγυρίζουν στο μυαλό μου κάθε φορά που θέλω να ρίξω το περισσότερο φταίξιμο σε κάποιον. Αυτό όμως που με συνετίζει να μην μπώ σε αυτόν το φαύλο κύκλο  είναι ότι ....
Η  Ιστορία πάντα φτιαχνόταν  από κάποιους που δεν είχαν τα χρονικά περιθώρια και τη πολυτέλεια να αναλύσουν τα γεγονότα σαν εμάς του θεατές του παρόντος}
Θα μιλήσω όμως για ένα Παλικάρι που καθόταν κάπου εδώ δίπλα …..και ένα άλλο Παλικάρι καθισμένο κάπου πίσω από την  Πόβλα ή μπορεί να εμφανίστηκε για λίγο απέναντι στο Σκητάρι…….. Σε μια ανάπαυλα της μάχης μια ώρα σαν κι αυτή θα θαύμαζαν και οι δύο την υπέροχη αυγή να «προσφέρει» στα μάτια και στην ψυχή τους αυτό πανέμορφο τοπίο από κάτω τους. Ένα τοπίο που περήφανα και οι δύο ονόμαζαν ΠΑΤΡΙΔΑ. Πολύ πιθανό πριν λίγο καιρό να είχαν πιαστεί χέρι χέρι χορεύοντας σε κάποιο πανηγύρι, εκστασιασμένοι από τον ήχο του κλαρίνου αλλά ……..μετά από λίγο ξεχύθηκαν στην μάχη ο καθένας πιστεύοντας ότι η δική του ιδεολογία θα έκανε το λιγότερο κακό στον τόπο αυτό και…..αφήσαν την τελευταία τους πνοή στην Μουργκάνα ....Και κεί κάτω σε κάποιο χωριό θα ακούγεται το σπαρακτικό Μοιρολόι της  Μάνας για τα βλαστάρια της που τα βύζαξε, τα μεγάλωσε και τα έχασε και τα δύο μαζί.
   Με την παλάμη  κοκκινισμένη από το σφίξιμο του κάλυκα σκουπίζω τώρα κάποια δάκρια που εμφανίστηκαν  απρόσμενα ; κάτω από τα μάτια μου. Τον κάλυκα με ευλάβεια θα τον προσθέσω στα ενθύμια που κρατώ από την κορυφές που περιδιαβαίνω. Εκεί ακουμπισμένος πάνω από το γραφείο μου θα μου υπενθυμίζει ότι ο Έλληνας είναι εξίσου ικανός για το Άριστο αλλά ταυτόχρονα και για την Καταστροφή 
   Αρκετά «φορτισμένος» βαδίζω προς τα κάτω και το τελευταίο κομμάτι τις διαδρομής μου ακολουθώντας τον χωματόδρομοδρόμο που καταλήγει στο Λιά.
Συνεχίζοντας τη κατάβαση άρχισα να διακρίνω τον χώρο πάνω από τον Λια που περικλείεται από την Εκκλησία του Αγίου Νικολάου και τα υψώματα του Κάστρου και του Προφήτη Ηλία. Πλησιάζοντας «ξεπηδούν» περιγραφές απ’ όσα είχα διαβάσει στο βιβλίο του Γκατζογιάννη και μετατρέπονται σε εικόνες, ταυτίζοντας πια περιστατικά και τοποθεσίες. Κατευθυνόμενος όμως προς το Αϊ Νικόλα κάτι με βασανίζει....Η όμορφη εικόνα του Ναού να διακρίνεται σε ένα φόντο από πλατάνια και με τις κόκκινες και πορτοκαλί «πιτσιλιές» δέντρων που στολίζουν την πλαγιά κάτω από το Σκητάρι, "χαλάνε" το πρόγραμμα που είχα ορίσει, ώστε την πορεία μου από δω και μέχρι κάτω στο Λια να τη συνδυάσω με όσα συγκλονιστικά έζησαν οι ήρωες του βιβλίου.
   Αργότερα όλα πια τα είναι ξεκάθαρα μέσα μου, έχοντας σταθεί δίπλα στο ξωκλήσι του Προφήτη Ηλία. Μπορεί το μετερίζι λίγο πιο δίπλα και οι  κορυφές του βουνού από πάνω, να επιμένουν,   να αποδόσω σημάδια του παρελθόντος στο τοπίο .....αλλά... Αρκετά.. Η απερίγραπτη ομορφιά του Λια "βουτηγμένου" στις αποχρώσεις του Νοέμβρη με ξεσηκώνουν. Άλλωστε εάν στεκόταν εδώ δίπλα μου.... η Ελένη, ο Σπύρος, ο Κίτσος, ο Προκόπης, η Κάντα...... περήφανοι για το χωριό τους θα με καλωσόριζαν και θα μου ζητούσαν να μην "δω" τον τόπο τους με συμπόνια ή λύπηση. Πολύ πιθανό ο μικρός Νικόλας με λαχτάρα θα με  τράβαγε από το χέρι και μαζί θα κατεβαίναμε προς τα κάτω, περνώντας πρώτα από την γειτονία του το Περιβόλι, τρέχοντας θα πηγαίναμε  στα μουλωχτά να χτυπήσουμε την καμπάνα του Αϊ Δημήτρη και πιο κάτω στην πλατεία της Γκούρας θα μου ψιθύριζε ότι κάποτε εδώ  κάτω από τα πλατάνια στάθηκε ο Κοσμάς ο Αιτωλός. Θα μου έδειχνε  το σχολείο και τη Αγία Τριάδα.. Θα με πήγαινε στην Αγία Παρασκευή για να δω (από ότι έχω ακούσει) εικόνες που είχε ζωγραφίσει ο Θεόφιλος. Κατηφορίζοντας στην κάτω συνοικία (Κάτω Χώρα), δίπλα στην Εκκλησιά της Παναγιάς το δειλινό θα ατενίζαμε το χωρίο με την αγέρωχη Μουργκάνα να το αγκαλιάζει.... Αυτός είναι ο Λιας που θα ήθελαν να γνωρίσω.
 Μόνος μου κατηφορίζω για να ολοκληρώσω την διαδρομή  μου. Το τοπίο από  την βρύση του Σόλη μέχρι το όμορφο Βαβούρι είναι σαν να έχει ξεπεταχθεί μέσα από πίνακα του Μονέ (Monet).... αν και  θα δυσκολευόταν και αυτός να αποδώσει στον καμβά τα χρώματα  που «αναβλύζουν» από τις πλαγιές του βουνού!
  Λίγο το παράπονο  με πιάνει όμως …....στα σοκάκια του Λια και στο Βαβούρι δεν συνάντησα  την ζωντάνια από το παιχνίδι παιδιών ούτε τη βοή του κόσμου που σαν τον ήχο από το μελίσσι θα πρόσθετε έναν τόνο παραπάνω στην ομορφιά που έχει χαρίσει απλόχερα η Φύση. Δυστυχώς οι λάθος πολιτικές (βλέπε αστυφιλία) που ακολούθησαν τις αντικρουόμενες ιδεολογίες απομακρύνανε και σκόρπισαν τους περισσότερους κατοίκους.
 Φτάνοντας πλέον στο Βαβούρι έχοντας μέσα σε 8 ώρες περιδιαβεί ένα κομμάτι του βουνού πιστεύω ότι η Μουργκάνα μου «ψιθύρισε» κάποια από τα μυστικά της και σίγουρα μου φανέρωσε τις φθινοπωρινές ομορφιές της.
 Τελειώνοντας θα ήθελα να σας κάνω μία πρόταση. Αφιερώστε μία ή περισσότερες μέρες και δραπετεύστε από τη καθημερινότητα της πόλης αλλά όχι για ένα κοσμοπολίτικο προορισμό. Τα χωριά της Μουργκάνας σας περιμένουν. Μάλιστα στο Λιά υπάρχει ένας πανέμορφος Ξενώνας http://www.lias.gr/ για να  τον χρησιμοποιήσετε σαν βάση και να απολαύσετε όλες της ομορφιές της ακριτικής γης …. και εάν συμπέσει η επίσκεψή σας με τον ερχομό της Άνοιξης...  κατηφορίζοντας στη διαδρομή από το Κεφαλοχώρι μέσω της Μηλιάς  προς τον Αϊ Θανάση, τον Άγιο Γεώργιο στη Καμίτσιανη και τον Τσαμαντά, θα συναντήσετε έναν οδοιπόρο με μία φωτογραφική μηχανή στο χέρι…..γιατί δεν πρόκειται να χάσω με τίποτε έναν ανοιξιάτικό περίπατο στους πρόποδες της Μουργκάνας.    


Πληροφορίες θα βρείτε στο υπέροχο Blog του Χριστόφορου Πουλίζου http://glousta.blogspot.com/



                                                                  Το βουνό σε 360 Μοίρες

                                                                Στα μετερίζια της Μουρκάνας

Το Βαβούρι υποδέχεται την αυγή


Το φεγγάρι στα χρώματα της αυγής


Παίζοντας με το φεγγάρι




















Σιδηρούν Παραπέτασμα


......το Σύνορο και η κοιλάδα της Δρόπολης


...Απομεινάρια Ιστορίας

Προφήτης Ηλίας
Η Αγία Παρασκευή και ο Ξενώνας

Το σχολιό και η Αγία Τριάδα

Συνοικία...το Περιβόλι


Ο Αι Νικόλας

Ο Λιας βουτηγμένος στις αποχρώσεις του Νοέμβρη


Το Βαβούρι

Ο Αι Θανάσης του Νοέμβρη

.......Αποχωρισμός

7 σχόλια:

  1. Καταπληκτικές φωτογραφίες και συναρπαστικό κείμενο.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Αγαπητέ ορειβάτη,μόλις διάβασα τήν "ΕΛΕΝΗ" καί τό μόνο πού σκεφθηκα ήταν ακριβώς αυτό,ότι αξίζει νά επισκεφθή κανείς τήν περιοχή.Οί περιγραφές τού συγγραφέα πολύ δυνατές αλλά καί οι δικές σου ακόμη περισότερο.Λογαριάζουμε μέ τήν ορειβατική παρέα μας νά κάνουμε αυτή τήν εξόρμηση σύντομα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ευχαριστώ πολύ....για την εξόρμησή σας θα προτεινα να την κάνετε Νοέμβρη, πιστεύω είναι η τέλεια εποχή να γνωρίσει κάποιος την Μουργκάνα.

      Διαγραφή
  3. Πολύ καλή δουλειά.όλοι πρέπει να μάθουν για την ιστορία αυτού του σκληρού αλλά συνάμα όμορφου τόπου!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ευχαριστω, ήταν το ελάχιστο που μπορούσα να κάνω για ένα υπέροχο τόπο που ούτε έγω γνώριζα...και έδω και μερικά χρονια δεν χάνω την ευκαιρία να επισκέπτομαι!!!! Καλό Πάσχα

      Διαγραφή
  4. το μουργκάνα στον βόλο
    το χρησιμοποιούμε
    για το ελαφρύ κυματάκι
    σήκωσε μουργκάνα
    το ίδιο λέμε και για την μουργέλα
    σήκωσε μουργέλα
    με την εξής διαφορά
    το μουργκάνα είναι όταν είσαι με την βάρκα
    το μουργέλα είναι όταν είσαι έξω στην παραλία

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Φίλε Leon1984
      Σου παραθέτω μερικές ερμηνείες για την ονομασία του Όρους Μουργκάνα

      Του Μιχάλη Πασιάκου
      Ο μητροπολίτης Αθηναγόρας γράφει: ≪…το βουνό λέγεται Μούργκανος, αρχικώς θα ήτο Μπούργκανος ταυτόν του Βούλγκανος, ήτις λέξις σημαίνει τόπον ηφαιστιώδη・ και γαλλιστί Βοργκάν, ή volcau είναι το ηφαίστιον, εκ του Λατινικού vulcanus θεού του πυρός…≫
      Ο Α. Κίτσος (γεννήθηκε στον Τσαμαντά της Μουργκάνας) γράφει: ≪…Η ονομασία προήλθε, από τη λέξιν Μούργκος που σημαίνει μαύρος, σκοτεινός. Κατά το φθινόπωρον όταν μαύρα σύννεφα, σωρείτες εγγίζουν την κορυφή του, το βουνό αυτό προβάλλει σαν σκοτεινός όγκος μαύρος και απειλητικός, και έτσι δικαιολογεί την ονομασία του…≫2

      Η λέξη στα ελληνικά, όπου κοινό NE μούργος, ο και τα ηπειρωτικά μούργας και μούργκας, λέξεις που χαρακτηρίζουν μόνον σκύλους σκούρου χρώματος, στα ρουμ. murg “ο ψαρός” προέρχεται από το λατινικό amurga, αρομ. επίθ. murgu, -a “γκριζωπός, μελανόφαιος” όνομα που δίνεται σε σκυλιά και άλογα γκριζωπά.
      Στα αλβανικά όπου murge-a ≪η μούργη≫ , murg -u ≪ο καλόγερος≫, murk και murgu ≪σκοτεινός, μαύρος≫ , το βουλγ. Murgo ≪μαυριδερός.3
      Μπουργκάνα, είναι βουνό στην περιοχή των Α. Σαράντα της Αλβανίας.

      Πηγή: http://glousta.blogspot.gr/2012/03/blog-post_18.html

      Διαγραφή